Τετάρτη, 28 Ιανουαρίου 2009

Αντώνη ..δεν σε καταλαβαίνω,μα σε μεταλαβαίνω..

Κοίταξε για λίγο τριγύρω του.
Αντάμα το συνάφι του κόσμου με της λογικής την προφορά
φιλιώνανε γλυκά μες στο σοκάκι.
Ένας ήλιος ροδάκινο κάτι προφήτευε
για μελτέμια που θα ΄ρθούν.
Κάτι αδιόρατο κουβαλήθηκε παράξενα
πα στις γραφές της ζωής του.

Φούσκωσε την ανάσα του.
Αγνάντεψε λίγο την γη που μέσα από την τέχνη του είδε
Αγκάλιασε τον ατιμολόγητης αξίας άνθρωπο που ονειρεύτηκε
και του μίλησε ζεστά μέσα στ΄αυτί .
-Μόνοι δυό στο καπηλείο και ξημέρωσε.Πρέπει να πάμε.
Ξέσκεπο καντήλι η μοίρα του ,άστραψε μέσα στην πέτρα
καθώς λούστηκε το υλικό που θα τον άλλαζε.
Πάντα κάποιοι συνέχιζαν να μιλάνε γύρω του.
Μια εικόνα τρεμούλιαξε λαχανιασμένη στα μάτια
μόλις αντίκρυσε το αναμμένο σπίρτο.
Ηταν πλέον κοντά και γρήγορος.
Ευθύς,τα σύνεργα του ξοδέματος του
αντικατέστησαν αυτοστιγμή τον αιώνα του
κι όλα μαζί παραδόθηκαν στο λαμπάδιασμα.
Φούντωσε
Άναψε
Ίδια με καιόμενο ελατήριο τινάχτηκε στον αέρα,
θανάτο σαν γιομίσαν τα μηνίγκια του.
Πέρα και δώθε σαν πανικός
και σαν εξέγερση της μυστικής αλήθειας.
Δώθε και κείθε σαν φάντασμα
από καυτό της ζήσης του σεντόνι.

Απόγεμα από θάνατο ,είπαν την άλλη μέρα όταν το έμαθαν.
Θανής απελευθέρωση, σημείωσε ο των αιθέρων πραίτορας.


Τα όρνια της αποκαθήλωσης προσήλθαν πιο μετά για τα υπόλοιπα.
Ήταν ήδη αργά όμως.
Είχε προλάβει να τους χαρίσει τα πάντα.

Χωρολάτρης




1 σχόλιο:

Ανώνυμος είπε...

Εκπληκτικό ποίημα για τον Αντώνη.Συγχαρτήρια!