Τετάρτη, 28 Ιανουαρίου 2009

Αντώνη ..δεν σε καταλαβαίνω,μα σε μεταλαβαίνω..

Κοίταξε για λίγο τριγύρω του.
Αντάμα το συνάφι του κόσμου με της λογικής την προφορά
φιλιώνανε γλυκά μες στο σοκάκι.
Ένας ήλιος ροδάκινο κάτι προφήτευε
για μελτέμια που θα ΄ρθούν.
Κάτι αδιόρατο κουβαλήθηκε παράξενα
πα στις γραφές της ζωής του.

Φούσκωσε την ανάσα του.
Αγνάντεψε λίγο την γη που μέσα από την τέχνη του είδε
Αγκάλιασε τον ατιμολόγητης αξίας άνθρωπο που ονειρεύτηκε
και του μίλησε ζεστά μέσα στ΄αυτί .
-Μόνοι δυό στο καπηλείο και ξημέρωσε.Πρέπει να πάμε.
Ξέσκεπο καντήλι η μοίρα του ,άστραψε μέσα στην πέτρα
καθώς λούστηκε το υλικό που θα τον άλλαζε.
Πάντα κάποιοι συνέχιζαν να μιλάνε γύρω του.
Μια εικόνα τρεμούλιαξε λαχανιασμένη στα μάτια
μόλις αντίκρυσε το αναμμένο σπίρτο.
Ηταν πλέον κοντά και γρήγορος.
Ευθύς,τα σύνεργα του ξοδέματος του
αντικατέστησαν αυτοστιγμή τον αιώνα του
κι όλα μαζί παραδόθηκαν στο λαμπάδιασμα.
Φούντωσε
Άναψε
Ίδια με καιόμενο ελατήριο τινάχτηκε στον αέρα,
θανάτο σαν γιομίσαν τα μηνίγκια του.
Πέρα και δώθε σαν πανικός
και σαν εξέγερση της μυστικής αλήθειας.
Δώθε και κείθε σαν φάντασμα
από καυτό της ζήσης του σεντόνι.

Απόγεμα από θάνατο ,είπαν την άλλη μέρα όταν το έμαθαν.
Θανής απελευθέρωση, σημείωσε ο των αιθέρων πραίτορας.


Τα όρνια της αποκαθήλωσης προσήλθαν πιο μετά για τα υπόλοιπα.
Ήταν ήδη αργά όμως.
Είχε προλάβει να τους χαρίσει τα πάντα.

Χωρολάτρης




Πέμπτη, 8 Μαΐου 2008

κάτω από το Κάστρο


Στη Ζάκυνθο είναι μα ξεχνάω το όνομά τους. Πίσω αφημένα τα' χω σ' ένα περιβόλι με λεμονιές και πορτοκάλι, μ' ένα πηγάδι στην άκρη του διαδρόμου, με μια περγουλιά, σε καφετί άσκαφτο χώμα. Κείνη η μυρουδιά στα παιδικά μου μάτια με σεισμούς, με λιθάρια στοιβαγμένα ίσαμε τις λεμονιές, με νυχτιάτικα τραγούδια στα ζεστά από την μέρα πέτρινα σκαλιά, με ηχώ από το φαράγγι και φόβο τ' αγνώστου.
Είμασταν παιδιά, κι η αναπνοή μας θράφτηκε με μυρουδιές παράξενες σ' ένα τόπο που σήμερα φαντάζει με χάρτινες καλύβες, με παράξενα τραγούδια, με την αύρα του κάστρου ανάμεσα σε ριζολιές, σε λεμονιές, σε σκίνα και πορτοκαλιές. Είναι η ζωή του παρελθόντος μου τόσο ωραία, είναι η μυρουδιά του ξεχασμένου ανθού, κόκκινου στα πράσινα φύλλα, τόσο ζωντανή μεσ' το αίμα μου.
Μα αν είναι και παίρνω τέτοιες συγκινήσεις από μυρουδιές παλιές παιδιάστικων χρόνων, από το πάφλασμα των κυμάτων στις ερημικές πέτρες, από το πράσινο της γης και τ' ουρανού το γαλάζιο, των κορυφών τις ομίχλες, και το αίσθημα αυτοκαταστροφής παρουσιάζεται με πολλές μορφές όχι πάντα ομογενούς χαρακτήρα.
Όταν παραδείγματος χάριν δένεσαι με κάτι και το θεωρείς κομμάτι του εαυτού σου (ακόμη δε περισσότερο αν αυτό συμβαίνει μ' ένα κατασκεύασμα των χεριών σου) και επιθυμίσεις να το καταστρέψεις, είναι αυτό ακριβώς: η επιθυμία να καταστρέψεις τον εαυτό σου.
12-10-72
Αντώνης Βεζιρτζής
από το λεύκωμα "ΑΝΤΩΝΗΣ ΒΕΖΙΡΤΖΗΣ σχέδια γλυπτά κείμενα"
εκδόσεις "Πλατύφορος" 1998

Τρίτη, 6 Μαΐου 2008

γιατί όχι και στο ΥouTube...



Το εντοπίσαμε εδώ: http://friendsofart.blogspot.com/

Κυριακή, 4 Μαΐου 2008

Ο Αντώνης ήταν ένας άνθρωπος που αγαπούσε.


Ο Αντώνης ήταν ένας άνθρωπος που αγαπούσε.
Ήταν καλλιτέχνης γιατί αγαπούσε τα πράγματα.
Ήταν μαρξιστής επειδή αγαπούσε τους ανθρώπους.
Τον θυμάμαι σε μακρινούς περιπάτους, τι έκπληκτος δειχνόταν στη θέα μιας ασήμαντης πέτρας, τι ευτυχισμένος γινόταν όταν άγγιζε ένα οποιοδήποτε ζώο ή δένδρο.
Και να προσπαθεί να εξηγήσει σ’ εμένα που δεν καταλάβαινα, γιατί τα στοιχεία που συνθέτουν μια απλή πέτρα, έχουν την ηλικία του σύμπαντος. Και πως ένα ποντίκι, με τους περίπλοκους και ασύλληπτα τέλειους μηχανισμούς ανάπτυξης και φθοράς κάθε κυττάρου του, αναπαριστά με λεπτομέρεια ολόκληρο το ιερό δράμα της ύπαρξης.
Ο Αντώνης ήταν ένας άνθρωπος που αγαπούσε.
Συνειδητά και ενσυνείδητα αναζητούσε παντού τις αιτίες και το νόημα αυτής της αγάπης του. Με κάθε τρόπο:

«Δεν ξέρω τι παθαίνω κι όλο για αγάπη γράφω
Σα νάναι το μόνο μου μέλημα
Σα νάναι η μόνη μου έλλειψη
Σα νάναι τ’ αποθημένο μου
Σα νάναι τ’ αλάτι της ζωής μου.

Αν μ’ αγαπάς για τα χωράφια π’ έχω
και τους τίτλους ευγενείας,
η αγάπη μας καταδικάστηκε
σαν ξεραθούνε απ’ αρμύρα τα χωράφια
και σκουριάσουνε οι τίτλοι από καιρό.

Αν την ψυχή και τη ματιά μου
αγάπησες, αιώνια θα σ’ αγαπώ
γιατί και συ αιώνια
πράγματι έπιασες κι αγάπησες».


Με το ποδήλατό του σε αγώνες, με τον έρωτα, με τη μηχανή του στους δρόμους της Αθήνας, στο Πολυτεχνείο, μήνες ολόκληρους σε μια σκήτη στο Άγιο Όρος. Κυρίως με τη τέχνη του.

Ίσως πάνω απ’ όλα, με την αυτοαναίρεσή του στις 12 του Σεπτέμβρη του 1981.
Χρόνια πριν, ο ίδιος έγραφε:

Ελάτε μη φοβάστε, δεν βγάζει
καπνό η φωτιά που με ξύλα
ξερά είναι θρεμμένη.
Δέστε πως θέριεψε!
Θα πηδήξω πρώτος.

Οι φλόγες φθάνουν ίσαμε τον ουρανό.

Σπύρος Καρυδάκης
Απόσπασμα άρθρου του για τον Αντώνη Βεζιρτζή
από το περιοδικό «Ζάκυνθος» 84

Σάββατο, 3 Μαΐου 2008

Το τρένο της επανάστασης (εξετροχιάσθη)

Τρέξτε σύντροφοι, ρόδες, πόρτες, πολυθρόνες, να πάρτε, να στήστε τα καλύβια σας.
Ξυλώστε λαμαρίνες για την σκεπή, γυαλιά, σωλήνες, καζανάκια, κουρτινάκια.
Εξαφανίστε τα συντρίμια σιγά σιγά.
Πάρτε όσα σας χρειάζονται. Δικά σας όλα.

Αντώνης Βεζιρτζής
16-5-1977

Παρασκευή, 2 Μαΐου 2008

Ο Αντώνης υπήρξε το μαγικό κουτί της εφηβείας μου...

ο μεγαλύτερος φίλος που έδινε σχήμα στα ερωτήματα και υπόσταση στις απορίες ένα φωτεινό πρόσωπο που έσφιζε από ζωή- τόσο πληθωρική, ώστε να κάνει πιο βαρύ το ακατανόητο… Τον γνώρισα στο σπίτι στη Θεμιστοκλέους 98, ένα τριώροφο νεοκλασικό, με πόρτα διάπλατα ανοιχτή σ’ όποιον ήθελα να τη διαβεί- αυτή την ίδια πόρτα, που, χτισμένη σήμερα, φραγμένη με τσιμεντόλιθους, σφραγίζει με μια χειρονομία οριστική τον μαρασμό μιας εξαίσιας ανθοφορίας, που έλαμψε για λίγο εκθαμβωτικά κι ύστερα έσβησε για πάντα. Όσα ζήσαμε δεν μένουν φυλακισμένα στη στιγμή τους, μας ακολουθούν, μπερδεύονται στα πόδια μας, μας τραβούν απ’ το μανίκι. Υπάρχουν αινίγματα που δεν βρήκαν πρόσωπο και έτσι δεν μπορούν να γίνουν παρελθόν. Αίνιγμα ήταν ο Αντώνης, όσο κι αν τον νομίζαμε διάφανο, ευανάγνωστο.

Τον θυμάμαι να ασθμαίνει, πασχίζοντας να συμφιλιώσει τον βιοπορισμό με την τέχνη του, θυμάμαι εκείνο το «δεν προλαβαίνω» που κραύγαζε κάθε τόσο, κι εμείς ,όλοι εμείς, που απρόσκλητοι και όμως καλοδεχούμενοι, λαίμαργοι για τον δικό του χρόνο, ανενδοίαστοι ξοδευτές του, στριμωχνόμαστε στο εργαστήρι του, για να γευτούμε κάτι από το θαύμα που εγκαθιστούσε γύρω του, το ακούγαμε σαν ένα ακόμη από τα πολλά του αστεία, θυμάμαι τα νευρικά του δάκτυλα να σφίγγουν το μολύβι και να καλπάζουν στο χαρτί (γιατί έγραφε πολύ, όλες τις ώρες, μόνος και πλάι στους πολλούς, πασχίζοντας να στριμώξει σε λέξεις το ανείπωτο), θυμάμαι το γέλιο του και τα συλλογισμένα του μάτια.


Τον θυμάμαι στην έκρηξη του κεφιού, να μασκαρεύεται αλλάζοντας- η ανατροπή της τάξης τον έθελγε- τον θυμάμαι να ξεδιπλώνει ιστορίες για το όρος, καθώς ανάδευε στο τσουκάλι τη φακή «όπως τη φτιάχνουν οι γέροντες», τον θυμάμαι πάνω σε κείνη την παλιά του BMW, που η μηχανή της τραγουδούσε όπως οι βαρκούλες του νησιού του, τον θυμάμαι να στήνει ολόκληρες παραστάσεις στους δρόμους μαζί με τον Γρηγόρη Σεμιτέκολο. Θυμάμαι τον μοναδικό του τρόπο να παρατηρεί, να οικειοποιείται και να απολαμβάνει τις απροσδόκητες συναντήσεις, τους ανοίκειους συσχετισμούς. Να πλέκει σε ένα αξεδιάλυτο σύνολο- βίωμα , όραμα, πόθους, να αυτοσαρκάζεται και να αυτοαναιρείται, τη στιγμή ακριβώς που συγκατένευε στη δημιουργία.


Ο Αντώνης, στο λίγο που διάλεξε να ζήσει, έμοιαζε να ακολουθεί τη συνταγή του Πίκο ντε λα Μιράντολα : να μην είναι ούτε ουράνιος ούτε γήινος, ούτε θνητός, ούτε αθάνατος. Θέλησε να είναι εκπαιδευτής και κύριος του εαυτού του, για να του δώσει τη μορφή που ο ίδιος επιθυμούσε. Κι αυτή η μορφή πήζει στη μνήμη κι επιστρέφει, σαν να μην έφυγε ποτέ, μόνο που δύσκολα χωράει στις φτωχές μας λέξεις.



Κατερίνα Σχοινά 1998


Πέμπτη, 1 Μαΐου 2008

Τι έγραφε για τον Αντώνη Βεζιρτζή ο Διονύσης Βίτσος στο πρώτο τεύχος του περιοδικού "ΠΕΡΙΠΛΟΥΣ"

Τον Απρίλη του 1984, πριν από 24 χρόνια, κυκλοφορούσε το πρώτο τεύχος το περιοδικού "Περίπλους". Από τα κύρια θέματά του ήταν ένα αφιέρωμα -με όσα στοιχεία μπόρεσαν να συγκεντρωθούν τότε- στον Ζακυνθινό γλύπτη Αντώνη Βεζιρτζή. Είχε αυτοπυρποληθεί πριν από τρία χρόνια, στα 31 του, αφήνοντας ως υποθήκη το "Αν ρωτήσουν για μένα, να δώσετε την αγάπη μου".
Ο πατέρας του, ο αδελφός του και οι φίλοι του συγκέντρωσαν τα κατάλιπά του, έργα, προπλάσματα, κείμενα και έτσι οργανώθηκε μια έκθεση στο Ωδείο Αθηνών.

"Ο Αντώνης Βεζιρτζής γεννήθηκε στη Ζάκυνθο το 1950. Υπήρξε μια από τις πιο σημαντικές προσωπικότητες της γλυπτικής, που εμφανίστηκαν στη δεκαετία του 70, ο πρόωρος όμως θάνατός του στέρησε τη δημιουργική του πνοή από την εξέλιξη της νεοελληνικής γλυπτικής." έγραφε ο Δημήτρης Παπαστάμος, τ. Διευθυντής και αναμορφωτής της Εθνικής Πινακοθήκης, που κι αυτός πέθανε φέτος, πριν δύο μήνες.
Με εξαίρεση εκείνη, που έγινε το 1998 στη Ζάκυνθο από τον πολιτιστικό οργανισμό "Πλατύφορος", η έκθεση που παρουσιάζεται από προχθές και μέχρι 25 Μαίου στο Μουσείο Μπενάκη, κεντρικό κτίριο, Κουμπάρη 1, τηλ. 210-3671000, σε επιμέλεια Κώστα Παπαχρίστου, είναι η δεύτερη από τότε και περιλαμβάνει τα σχέδια, τα μικρά γλυπτά του, τα καράβια και τα αφηρημένα τοπία του.

Ο Αντώνης Βεζιρτζής, όπως όλοι μας τότε, μετακόμισε για σπουδές από τη Ζάκυνθο στην Αθήνα μετά το εξατάξιο Γυμνάσιο. Σπούδασε γλυπτική στην Ανώτατη Σχολή Καλών Τεχνών, ως μαθητής του Γιάννη Παππά και διατέλεσε βοηθός του γλύπτη Τάκι.

Αντιγράφω από το αφιέρωμα του πρώτου τεύχους του περιοδικού ΄Περίπλους': " Για το έργο του Αντώνη Βεζιρτζή, τα γλυπτά, πολλά από τα οποία είναι φτιαγμένα από σίδερα μεταχειρισμένα, κομμάτια από οικοδομές και εξαρτήματα από μηχανές, τους πίνακες, τις μάσκες, τα θεατρικά κοστούμια, μίλησαν ή μιλούν και θα μιλήσουν πολλές φορές ακόμη, μιας και τώρα ήρθαν στο σύνολό τους στο φως, αρκετοί ειδικοί και μη. Όμως την προσωπικότητά του ποια μαρτυρία μπορεί να σκιαγραφήσει, ποιο γραφτό είναι σε θέση να αποδώσει;


Αυτοπυρπολήθηκε για να διαμαρτυρηθεί σ' έναν κόσμο, που όχι μόνο για καλλιτέχνες δεν είναι, μα ούτε καν για ανθρώπους. Πού να βρεις λόγια να μιλήσεις για την αυτοθυσία του, όταν στην εποχή μας τόση κατάχρηση έχει γίνει στη λέξη 'ήρωας'..."
Ο Βεζιρτζής είναι ένας κατ' ευθείαν απόγονος του Νικολού Κουτούζη, η σύγχρονη εκδοχή του. Δεν είναι τυχαίο ότι, όπως κι εκείνος, υπήρξε εικαστικός καλλιτέχνης, ποιητής και σατιρικός.
Πολλοί θα σκεφτούν ότι αυτοκτόνησε από κατάθλιψη. Κι όμως ήταν η χαρά και το κέφι προσωποποιημένα. Πόσοι από τους αμέτρητους σημερινούς καταθλιπτικούς είναι διατεθειμένοι να αυτοκτονήσουν στ' αλήθεια; Μόνο για ψυχαναλύσεις και κόνξες είναι ικανοί. Αυτός όμως δεν κλαιγόταν ποτέ. Πάντα σάρκαζε. Πάντα σατίριζε.

Ένας συμφοιτητής του, ο ιστορικός τέχνης, σήμερα, Ευγένιος Ματθιόπουλος τον θυμάται να μεταμφιέζεται και να πηγαίνει στη Σχολή "πότε σαν καμπούρης, πότε σαν γριά, ακολουθώντας ένα παιχνίδι ανατροπής των συμβάσεων και των ρυθμών της καθημερινότητας". Παράλληλα συμμετείχε και στις "συμβατικές" ας πούμε μορφές διαμαρτυρίας, όπως οι φοιτητικές κινητοποιήσεις εναντίον της δικτατορίας και η εξέγερση του Πολυτεχνείου.

Κι όσοι από τους ζακυνθινούς φοιτητές τον επισκεπτόμαστε τον θυμόμαστε να σκουπίζει καθημερινά το πεζοδρόμιο του σπιτιού του, όπως έκαναν οι νοικοκυραίοι στην Ζάκυνθο, απαγγέλλοντας όμως παράλληλα, στεντορεία τη φωνή: "Τούτη γης που την πατούμε, ούλοι μέσα θε να μπούμε!" σκορπίζοντας τον τρόμο στους περαστικούς, που είτε έφτυναν στον κόρφο τους, είτε έσπευδαν να βρουν ξύλο να χτυπήσουν, πρωί-πρωί.

Αναρτήθηκε από ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΒΙΤΣΟΣ, ΕΚΔΟΤΗΣ στις 9:29
αναδημοσίευση από το http://vitsos.blogspot.com/